Σκοτάδι
Κάπου εκεί , ένα
βήμα πριν το βήμα της ολοκληρωμένης
ζωής, όταν τα φτερά μου χτύπησα για να
απογειωθώ. Κάτω έπεσα και όλο πιο κάτω
βρισκόμουν καθώς κατρακυλούσα σε σκέψεις
και συναισθήματα. Μόλις ολοκλήρωνα τις
υποχρεώσεις μου θα ήμουν ελεύθερος να
πετάξω. Μα αντί να πετώ γυρνώ προς την
φωλιά μου και δακρύζω. Πέφτω από εκεί
και βαθύς ο λήθαργος τον σκέψεων σε
μονοπάτια άγνωστα με οδηγεί.
Τριγύρω
μου μόνο σκιές και εγώ φοβισμένος
οπισθοχωρώ, ένα αμφίβολου επιστροφής
ταξίδι μόλις ξεκίνησε και εγώ που πηγαίνω
δεν ξέρω. Στο δωμάτιο που έχω ξυπνήσει
τρις σκιές μου κλείνουν το δρόμο προς
την έξοδο. Το «Σήμερα», το «αύριο» και
το «χθες» σε μορφές που δεν περιγράφονται
και σε αποχρώσεις που δεν υπάρχουν,
μοιάζουν να μου δείχνουν την καταπακτή
στο πάτωμα. «Άραγε να μην μπορώ να πάω
πουθενά αλλού εκτός από κάτω;» αναρωτήθηκα.
Δεν είχα δύναμη και θάρρος να τα βάλω
με αυτά τα τρία που μέχρι τότε δεν με
ανησυχούσαν και έτσι το κάτω δρόμο προς
το σκοτάδι διάλεξα. Την βαριά καταπακτή
σηκώνω με όση δύναμη και σθένος έχει η
φοβισμένη μου ψυχή και μέσα βουτώ σαν
σίγουρος ότι μονόδρομος είναι τούτο το
απύθμενων φαινομενικά υπόγειο.
Σαν να έπεφτα
για λίγο μα προσγειώθηκα χωρίς δυσκολία
στο άγνωστο νέο χώρο. Δεν έβλεπα κάτω
ούτε πάνω μόνο σκοτάδι γύρο μου. Τότε
ένας δαυλός με πλησίασε από μπλε φλόγα
που ενοχλούσε τα μάτια μου. Πίσω από
το φως του δαυλού ένα πρόσωπο φανερώθει.
Εγώ σάστισα μιας και το πρόσωπο εκείνο
δεν αναγνώρισα και ρώτησα με φόβο την
ταυτότητα του να μου αποκαλύψει. Το
πρόσωπο του αγνώστου συσπάστηκε και
ένα χαμόγελο σχηματίστηκε επάνω του.
«Δεν με ξέρεις ή δεν με θυμάσαι;» απάντησε
ο άνδρας που πλέον το πρόσωπο του ήταν
πιο κοντά και διακρίνονταν και άλλα
χαρακτηριστικά. Ήταν γέρος στο πρόσωπο
μα στιβαρός στο κορμί ,όχι ογκώδης αλλά
σαν βουνό ορθός και σταθερός. Συνέχισε
να μιλά μήπως και έδιωχνε την απορία
από το βλέμμα μου «γιατί πεδεύεσαι με
το ποιος είμαι; Εσύ ξέρεις ποιος είσαι;».
Είχε δίκιο ούτε ποιος είμαι δεν γνώριζα
ούτε το τι κάνω εδώ ούτε το γιατί είμαι
εδώ. Που είμαστε τον ρώτησα και για μία
ακόμη φορά δεν κατάφερα να καταλάβω.
«Εδώ» απάντησε ο γέρος με περίσσεια
φυσικότητα που θα εκνεύριζε και τον πιο
ψύχραιμο άνθρωπο. «Μα που είναι το εδώ;»
ρώτησα με απορία και θυμό μιας και είχα
αναθαρρήσει μέσα μου τώρα που δεν ήμουν
μόνος. «Δίκιο έχεις» μου απάντησε «που
να είναι το εδώ;».
Έξυσε λίγο ο
μούσι του και μου είπε, «μήπως τελικά
δεν είμαστε εδώ;». Τότε πραγματικά
μπερδεύτηκα γιατί μέσα σε αυτό το πυκνό
σκοτάδι δεν διακρινόταν τίποτα και δεν
ήμουν σίγουρος σε τι κατάσταση βρίσκομαι
τότε είναι που αναρωτήθηκα δυνατά.
«Μήπως κοιμάμαι» όμως ο άντρας έσμιξε
τα φρύδια και μου είπε όχι. “Τότε δεν
ονειρεύομαι” είπα από μέσα μου και μία
φρικτή σκέψη σαν ηλεκτρισμός πέρασε
όλο μου το και ρώτησα τραυλίζοντας,
«είμαι σε κώμα». «Καλέ μου φίλε θα έλεγα
πως είσαι σε τελεία» απάντησε ο γέρο
και τότε ρώτησα, «είμαι νεκρός;»
Ο γέρος τελικά
γέλασε και είπε «είσαι;». «Μα αν δεν
είμαι νεκρός και δεν κοιμάμαι τότε τι
γίνεται και ποιος είσαι εσύ;» φώναξα με
όλοι μου την δύναμη μα η φωνή δεν επέστρεψε
σαν να χάθηκε στο άπειρο. «Πες μου εσύ
ποιος είσαι και θα μάθεις ποιος είμαι
εγώ» απάντησε ο γέρος. «Εγώ είμαι…» η
φράση μου κόπηκε διότι δεν είχα την
γνώση να την ολοκληρώσω. «Μα ποιος
είμαι;» αναρωτήθηκα και τότε ο γέρος
ξαναμίλησε «μα είναι δυνατόν να θέλεις
να μάθεις ποιος είμαι εγώ, ενώ δεν ξέρεις
ποιος είσαι εσύ;».
- Θα με βοηθήσεις να μάθω ποιος είμαι; Έκανα παρακλητικά στον γέρο.
- Καλό μου παιδί, θυμήσου πως ήρθες ως εδώ.
- Μα δεν ξέρω, είπα με θλίψη.
- Φυσικά και ξέρεις. Όλοι ξέρουν την διαδρομή που έχουν χαράξει σε αυτόν τον κόσμο όσο ακόμα τον πατούν.
- Μα μπερδεμένα μου τα λες πάλι. Την ιστορία της ζωής μου θαρρώ πως θες να μάθεις.
- Όπως νομίζεις λέγε το αρκεί να το ακούσω.
- Σε μία πόλη γεννήθηκα με βουνά τριγύρω. Μα πολύ δεν έμεινα γιατί ο τόπος δεν μας χωρούσε και άλλη πατρίδα αναζητήσαμε.
- Άρα στο τόπο τούτο είσαι ξένος.
- Θαρρώ πως έχεις δίκιο. Ξένο με λένε ξένο με ξέρουν μα ξένος δεν νιώθω.
- Ξενοφερμένος μα και ντόπιος λοιπόν. Τι άλλο;
- Στον νέο τόπο φίλους δεν γνώρισα νωρίς. Μόνος σαν στεκόμουν έως ότου η μητέρα μου με παραλάμβανε για να με πάει σπίτι.
- Ξένος και μόνος λοιπόν. Αυτό είσαι, αλλά αυτό σε πειράζει;
- Όχι κύριε δεν με πειράζει πια. Φίλους έκανα αργότερα και δέθηκα με δεσμούς γερούς. Μα ακόμα και χωρίς αυτούς η “φωλιά” που οι γονείς μου προσέφεραν ήταν αρκετή.
- Πως πόρευσες φίλε μου τον μετέπειτα δρόμο σου;
- Αρνήθηκα στην αρχή την κοινωνία και στα σύννεφα πετούσα. Το μυαλό μου ένα φανταστικό είχε πλάσει κόσμο και εκεί φυλαγόμουν από την σκοτεινιά.
- Με χάρτινη βάρκα θες να πλεύσεις φίλε μου. Πότε όμως βούλιαξες δεν μου λες!
- Στο δέκατο όγδοο έτος μου δεν είχα πια επιλογές.
- Έπρεπε να κολυμπήσω μόνος ή παράταση να πάρω και άλλοι να με κουβαλίσουν λίγο ακόμα.
- Και διάλεξες να δηλιάσεις.
- Διάλεξα να περιμαίνω και να μαθητεύσω έως ότου είμαι έτοιμος. Μα ποτέ δεν είσαι έτοιμος για αυτό που φοβάσαι.
- Μα και πάλι μόνον την δουλειά φοβάσαι; Δεν σε έχω για τόσο γενναίο, μα ούτε και τόσο αδύναμο για να έπεσες ως εδώ.
- Όχι κύριε έχεις δίκιο. Δεν έχω μόνον αυτόν τον φόβο. Το δεύτερο μου πλήγμα εκτός του φόβου μου για την δουλεία είναι η αρρώστια. Όχι η δική μου, μα του συντρόφου μου. Την γυναίκα που διάλεξα και με διάλεξε.
- Μα ο φόβος δεν διώχνει την αρρώστια φίλε μου. Τα φάρμακα το κάνουν.
- Δεν υπάρχει φάρμακο που να δυναμώνει την ψυχή και δυστυχώς τέτοιο φάρμακο έχει ανάγκη.
- Φίλε μου η ψυχή μόνο με αγάπη και πίστη δυναμώνει. Δώσε αγάπη και έχε πίστη. Όμως αυτό το ξέρεις είδη, ποια ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι της αντοχής σου.
Για λίγο στάθηκα
κοιτάζοντας τριγύρω. Γιατί στεκόμουν
στο σκοτάδι και μιλούσα με το ξένο αυτό.
Αυτά που του έλεγα τα γνώριζα, τι θα
άλλαζε αν και αυτός τα μάθει;
- Συνέχισε να μου απαντάς γιε μου και όταν μάθεις ποιος είσαι θα σου πως να φύγεις.
- Καλά λοιπόν γέρο, θα σου πω. Έφτασα στο τέλος της διαδρομής ως φοιτητής και το μέλλον δεν διαγράφεται όσο λαμπρό το φανταζόμουν. Ότι έκανα ως τώρα έμοιαζε να έχει στόχο μα τώρα...
- νιώθει σαν να πηγαίνεις στο πουθενά;
- Τα λόγια μου από το στόμα μου έκλεψες γέρο. Ποιος είμαι λοιπόν αφού δεν πιστεύω σε όσα έκανα μέχρι σήμερα.
- Καλέ μου φίλε όσα έκανες πέρασαν και όσα θα κάνεις θα περάσουν. Αυτό που χρειάζεσαι είναι κάτι νέο να πιστέψεις.
- Τι όμως; Τι θα με βγάλει πάλι στο φως; Τι θα μου δώσει ώθηση να πετάξω;
- Η αγάπη φίλε μου. Μόνο η αγάπη μπορεί να σε ανεβάσει και να σε ωθήσει. Η αγάπη για την τέχνη, την επιστήμη, την φιλοσοφία, τους ανθρώπους, την οικογένεια, μα πάνω από όλα την ζωή. Θυμήσου πως είναι να αγαπάς την ζωή.
Τότε
το μυαλό μου θόλωσε και εικόνες το
πλημμύρισαν σαν να έσπασε το φράγμα των
σκέψεων μου. Τόσες αναμνήσεις που είχα
παραμερίσει καθώς αφιερωνόμουν στην
θλίψη. Οι μέρες που έπαιζα με τους φίλους
μου, οι στιγμές που πέρασα με το ταίρι
μου, η αγάπη που μου προσέφεραν οι γονείς
μου. Όλα αυτά έπρεπε να θυμηθώ για να
φωτιστεί ξανά η ζωή μου.
Το
σκοτάδι έφυγε από γύρο μου και σε ένα
δωμάτιο βρέθηκα. Σε μια πολυθρόνα
απέναντι μου ένας κύριος με κοιτούσε
σιωπηλός. Σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο
του, κάθισε και μου μίλησε με γλυκό τόνο
“Λοιπόν αγαπητέ μου νομίζω ότι σε
βγάλαμε από το σκοτάδι. Όμως για να
μείνεις έξω πρέπει να παλέψεις και εσύ.
Η ζωή έχει ενδιαφέρουσα αρχή και χάλια
φινάλε οπότε προσπάθησε να μην το
σκέφτεσαι και πολύ”. Ο άνδρας μου έδειξε
την πόρτα και εγώ χωρίς να πω λέξη βγήκα
από το γραφείο του.
Πάλι
στο φως λοιπόν, αλλά για πόσο καιρό; Θα
κρατήσουν τα αισθήματα που ξύπνησαν ή
στο σκοτάδι θα παίσω πάλι. Έτσι και
αλλιώς το σκοτάδι περιμένει είτε το
σκέφτομαι είτε όχι.
ΤΈΛΟΣ
Ετικέτες δημιουργική γραφή, διήγημα
1 σχόλια:
Πάρα πολύ όμορφοο διήγημα. Με ένα πλασματικό μα και τόσο αληθινό σκοτάδι που εκφράζει τις πιο σκούρες μας στιγμές. Η στιχομυθία θυμίζει κείμενο αρχαίας τραγωδίας.
Δημοσίευση σχολίου
Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]
<< Αρχική σελίδα